- ἡπατίζω
- ἡπατίζω, der Leber ähnlich sein
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ηπατίζω — ἡπατίζω (Α) [ήπαρ] έχω το χρώμα τού ήπατος … Dictionary of Greek
ἡπατίζον — ἡπατίζω to be liver coloured pres part act masc voc sg ἡπατίζω to be liver coloured pres part act neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἡπατιζούσης — ἡπατίζω to be liver coloured pres part act fem gen sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἡπατικός — ἡπατίζω to be liver coloured perf part act neut nom/voc/acc sg ἡπατικός of the liver masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἡπατίζουσα — ἡπατίζω to be liver coloured pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἡπατίζουσαν — ἡπατίζω to be liver coloured pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ήπαρ — Με την ονομασία αυτή αναφέρεται συνήθως στα ιατρικά συγγράμματα το συκώτι, όργανο που βρίσκεται στον δεξιό υποδιαφραγματικό χώρο μεταξύ του διαφράγματος και του εγκάρσιου κόλου· εντοπίζεται στο ανώτερο τμήμα του επιγαστρίου, μπροστά στο πάνω… … Dictionary of Greek